• Home »
  • ΔΙΕΘΝΗ »
  • H ετεροχρονισμένη προειδοποίηση της Κομισιόν, για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

H ετεροχρονισμένη προειδοποίηση της Κομισιόν, για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

commision

Σχόλιο της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

Και ενώ, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, η Κομισιόν, σε αντίθεση με το ΔΝΤ, επέμενε ότι το χρέος είναι βιώσιμο, ξαφνικά, με τη συμπλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, εμφανίζεται ανήσυχη και σπεύδει να προτείνει μέτρα, που θα το καταστήσουν βιώσιμο (Καθημερινή 21.06.2017).   Πρόκειται για μέτρα, που παρότι ανήκουν θεωρητικά στην ευρεία κατηγορία της «ελάφρυνσης» του χρέους, όχι μόνο είναι εντελώς ανεπαρκή, αλλά επιπλέον δεν αναμένεται να έχουν  θετική επίπτωση στη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους,  στην ανάπτυξη και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Τα μέτρα που εισηγείται η Κομισιόν είναι η παράταση των ωριμάνσεων των ομολόγων,   και των περιόδων χάριτος για κεφάλαια και τόκους, καθώς και η επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών από ελληνικά ομόλογα. Όπως και σε προηγούμενες εκθέσεις, γίνεται διάκριση και σε αυτήν, σε αισιόδοξο και απαισιόδοξο σενάριο, με βασική διαφορά ανάμεσα στα δύο το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, που  αναγκαστικά συνδέεται με  διαφορετικό  ρυθμό ανάπτυξης.  Η αποφυγή του δυσμενούς σεναρίου προϋποθέτει συνεχή πραγματοποίηση ετήσιου πρωτογενούς πλεονάσματος 2,2% του ΑΕΠ, από το 2023 ως και το 2060, που κατά τους προγραμματιστές θα εξασφαλίσει ρυθμό ανάπτυξης ίσο με 3,3%. Θεωρώ πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατον να πραγματοποιηθεί,  αυτός ο ρυθμός, που επιπλέον επιβάλλεται να διατηρηθεί αναλλοίωτος επί 37 ολόκληρα χρόνια. Αλλά, και πέρα από τη δυσκολία υλοποίησης αυτής της πρόβλεψης,  που απαιτεί μαζικές και ταχύρρυθμα αποδοτικές επενδύσεις, το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χώρας καταδικάζεται να παραμείνει, ως το 2060, (αλλά και μετά), σε απαράδεκτα χαμηλό, για ευρωπαϊκή οικονομία, επίπεδο. Αντιθέτως, το απαισιόδοξο σενάριο,  αν και εφιαλτικό, φαίνεται να είναι πιθανότερο, αν εξαιρέσει κανείς το ρυθμό ανάπτυξης που εκλαμβάνεται ως σταθερός, στο 2,7% και που θεωρώ αδύνατον να επιτευχθεί με τις παραδοχές αυτού του σεναρίου. Το απαισιόδοξο αυτό σενάριο  (με πολύ αισιόδοξη, ωστόσο, παραδοχή ανάπτυξης) προβλέπει ότι το χρέος, το 2060 θα έχει αναρριχηθεί στα 241,4% του ΑΕΠ, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα φθάνουν το 56,6% του ΑΕΠ.

Αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, και ότι συνεπώς είχε δίκαιο το ΔΝΤ, καθώς και όλοι εμείς οι οικονομολόγοι, που έτσι το χαρακτηρίσαμε  από την αρχή. Επί 7, ωστόσο, χρόνια η ΕΕ με το ΔΝΤ παίζουν «θέατρο σκιών» στην πλάτη του ελληνικού λαού, και ανάλογα με το πως εξυπηρετεί τους στόχους τους, σε κάθε περίπτωση, βαπτίζουν το χρέος βιώσιμο ή μη βιώσιμο. Αχαρακτήριστη, όμως, είναι και η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων 7 ετών, που αντί να απαιτήσουν τη λήψη μέτρων, ώστε το χρέος να καταστεί βιώσιμο, βολεύονται με τον, κατά καιρούς, ψευδή χαρακτηρισμό του ως βιώσιμο, και αναβάλουν για αργότερα να προβληματιστούν για τις συνέπειες αυτών των αλχημειών,  στον ελληνικό λαό.

Η άρνηση των θεσμών να  εξετάσει άμεσα και με τη δέουσα σοβαρότητα, την πρόταση του κ. Μοσχοβισί για την υιοθέτηση ρήτρας ανάπτυξης, είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική  για το  τι κρύβεται πίσω από τις αμηχανίες και τις συνεχείς μεταβολές θέσεων, καθώς και για τη μονότονη  εμμονή στη διενέργεια μεταρρυθμίσεων, των οποίων το περιεχόμενο ουδέποτε έχει σαφώς προσδιοριστεί. Και τούτο, γιατί πρόκειται για λύση έντιμη και αποτελεσματική, που θα έκανε βιώσιμο το χρέος, που θα εξασφάλιζε την αποπληρωμή του, και   που ακόμη θα περιόριζε την εξαθλίωση του ελληνικού λαού.

Η άρνηση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί  από την πεποίθηση των θεσμών, πεποίθηση που είναι καταρχάς ορθή, ότι δηλαδή παραμένοντας στα μνημόνια αποκλείεται ανάπτυξη με τους  ταχείς ρυθμούς που απαιτεί  η βιωσιμότητα του χρέους. Το αδιέξοδο, λοιπόν,  είναι πάντοτε μπροστά μας.