ΙΔΡΥΜΑ

Επιθυμώντας να τιμήσει την μνήμη του αποβιώσαντος, την 8.3.1997, Συζύγου της, η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη επέλεξε την πόλη της Θεσσαλονίκης που υπήρξε το κέντρο της επαγγελματικής, επιστημονικής και οικογενειακής τους ζωής, για την ίδρυση κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία:«Ίδρυμα Δημήτρη και Μαρίας Δελιβάνη»

Το Ίδρυμα Δημήτρη και Μαρίας Δελιβάνη λειτουργεί από το 1999, αλλά απέκτησε νομική υπόσταση μόνο το 2002. Καθώς το 2005 κυκλοφόρησε το πρώτο Τεύχος καταγραφής των δραστηριοτήτων του, στο ανά χείρας αυτό δεύτερο Τεύχος θα περιληφθούν αυτές της τελευταίας τριετίας (2005-8).

Στο, σχετικά, σύντομο αυτό διάστημα το Ίδρυμα είχε συνεχή και έντονη επιστημονική παρουσία, συνεργασίες και πολυσύνθετες δραστηριότητες στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Αφρική, υποστηρίζοντας με έμφαση τις επιλογές των ιδρυτών του, αλλά και απολαμβάνοντας υπέρτατες τιμές και πολύπλευρη αναγνώριση στο πρόσωπο της προέδρου του.

Αυτές οι τιμές και οι αναγνωρίσεις αντικατοπτρίζονται, φυσικά, στην Ελλάδα, στα Πανεπιστήμιά της, καθώς και στα μέλη του Δ.Σ. του Ιδρύματος, που εγκρίνουν και ενθαρρύνουν τις δραστηριότητές του.

Το σύνολο των δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, που άλλωστε δικαιολογεί και το έντονα κριτικό τους πνεύμα, εκκινεί από την υπόθεση ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται, γι ακόμη μια φορά, σε μεταβατική φάση. Βιώνει, δηλαδή, το τέλος μιας εποχής, που χαρακτηρίζεται από την παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με ένα άκρατο φιλελευθερισμό, και προσδοκά να γιατρέψει τις πληγές της στο νέο σύστημα που, απροσδιόριστο ακόμη στις λεπτομέρειές του, αναδύεται ωστόσο μέσα από πλήθος ενδείξεων.

Η πρόεδρος του ιδρύματος, με τις εισηγήσεις της, ανά την υφήλιο, την επιλογή των θεμάτων που αποτελούν το περιεχόμενο των συγγραμμάτων, των άρθρων, των διαλέξεων και των συνεντεύξεών της αποβλέπει, στη σμίκρυνση κατά το δυνατό, της ενδιάμεσης αυτής περιόδου και στην έλευση του νέου σταδίου εξέλιξης. Στα πλαίσια αυτού του νέου συστήματος αναμένονται σημαντικές βελτιώσεις, που θα του επαναπροσδώσουν το ανθρώπινο πρόσωπο, που έχασε μετά τη δεκαετία του ’70.

Το Ίδρυμα, το Δ.Σ. και η πρόεδρός του προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να μένουν μακριά από φανατισμούς, από μονοδιάστατες σκέψεις και από μονόδρομους. Επιλέγουν συνδυασμούς παράδοσης, προόδου, ευαισθησίας, ανοχής και, βέβαια, κριτικής θεώρησης.

Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί ο βαθμός αποδοχής των παραπάνω αυτών επιλογών του Ιδρύματος, από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Πιστεύω, ωστόσο, ότι ως ένα σημείο, μια τέτοια αποδοχή μπορεί να εκφραστεί μέσα από διακρίσεις, στο πρόσωπο της προέδρου, που εκπροσωπεί το Ίδρυμα.