ΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη*                                                                     10.05.2021

===============================================

 

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο, που έρχεται να ενισχύσει τους  κεντρικούς  στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης (εξαφάνιση των μικρών επιχειρήσεων, μείωση του εργατικού μισθού προς όφελος των κερδών, διαγραφή εργασιακών δικαιωμάτων, εφαρμογή νεοτερισμών ασύμβατων με το αναπτυξιακό στάδιο της   ελληνικής οικονομίας, εφαρμογή ακραίων νεοφιλελεύθερων δοξασιών) προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο,  καταιγισμό αντιδράσεων από την πλευρά της εργασίας, και  απέλπιδα προσπάθεια υπεράσπισής του, από την Κυβέρνηση.

Θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι  στο νέο αυτό εργασιακό νομοσχέδιο δεν έχουν θέση οι όποιας μορφής κομματικές επικλήσεις, για την καταδίκη ή την υπεράσπισή  του.  Και τούτο, διότι το πρόβλημα δεν εστιάζεται στην  τήρηση ή  μη τήρηση του οκταώρου εργασίας, ούτε στην  πληρωμή ή μη πληρωμή των υπερωριών. Οι διαξιφισμοί γύρω από  αυτές τις λεπτομέρειες παρακάμπτουν την εργατική καταιγίδα, που εισβάλλει με τη μορφή τής συλλήβδην κατάργησης  των εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτών των δικαιωμάτων, που θεμελιώθηκαν ύστερα από μακρόχρονους και  αιματηρούς  αγώνες, και που εξασφάλισαν μεταπολεμικά,  στην Ευρώπη κυρίως,  τον καπιταλισμό της με ανθρώπινο πρόσωπο.

Το σύνολο των εργασιακών δικαιωμάτων,  είχε ως σταθερό του υπόβαθρο τις συλλογικές συμβάσεις, που λάμβαναν χώρα μεταξύ  κράτους και  εκπροσώπων των εργαζομένων.

Με πολλές δυνατές παραλλαγές, κατά περίπτωση και κατά χώρα, οι συμβάσεις αυτές είχαν σταδιακά υποκαταστήσει την εργασιακή ζούγκλα των προηγούμενων αιώνων, στην οποίαν εμφανιζόταν μόνος ο εργαζόμενος, για να διαπραγματευθεί  την επιβίωσή του με τον εκάστοτε εργοδότη. Την εμφανώς  άνιση αυτή διαπραγματευτική ικανότητα, που ήταν αναπόφευκτο να  καταλήξει σε εκμετάλλευση του πρώτου από τον δεύτερο, προσπάθησε να αντιμετωπίσει  η σταδιακή γενίκευση  των συλλογικών συμβάσεων. Αυτές λειτούργησαν, στις προηγμένες οικονομίες του πλανήτη, αρκετά ικανοποιητικά, με έμφαση βέβαια στην ανοδική φάση  του οικονομικού κύκλου, και με μικρότερη αποτελεσματικότητα  στην κατιούσα φάση του, εξαιτίας της  αυξημένης  εκεί ανεργίας.

Το σκηνικό αυτό άρχισε να μεταβάλλεται  με  την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, η οποία εμφανίστηκε με πολυσύνθετα χαρακτηριστικά, τα οποία προσπάθησα να αποδώσω με τον τίτλο της   «συνωμοτικής παγκοσμιοποίησης»,   στο ομώνυμο σύγγραμμά μου του 2001. Στο μακρύ αυτό διάστημα μισού περίπου αιώνα λειτουργίας της, η παγκοσμιοποίηση περιόρισε σταδιακά τις ευνοϊκές συνέπειες που είχε, για την εργασία, η εφαρμογή  συλλογικών συμβάσεων, υποθάλποντας ποικίλης  μορφής αντεργατικές συνθήκες, με κυρίαρχο στόχο τους την ελαχιστοποίηση του παρεμβατικού ρόλου του κράτους.

Η υποχώρηση  της παγκοσμιοποίησης, που άρχισε με τον πρόεδρο Τράμπ, και που όπως όλα δείχνουν θα συνεχιστεί και με τον Μπάϊντεν, οφείλεται στην γενικευμένη κατακραυγή εναντίον της, κυρίως εξαιτίας τής,  χωρίς προηγούμενο, ανισότητας  κατανομής, που  υπέθαλψε. Ιδιαίτερα, στην τελευταία δεκαετία, διαπιστώνεται πάγωμα στο  εισόδημα του 70% των πολιτών, ενώ παράλληλα   το  82%  της οικονομικής μεγέθυνσης διοχετεύτηκε στα εισοδήματα και στον πλούτο του  1% των πλουσίων και πολύ πλουσίων.

Η εμφάνιση και ενίσχυση των λαϊκίστικων πολιτικών κομμάτων,  σε παγκόσμιο επίπεδο, με επιλογή τους  κυρίως  δεξιά ή και ακροδεξιά πολιτική, θα πρέπει να ιδωθεί ως  συνέπεια της συνειδητοποίησης  των εξαιρετικά δυσμενών  οικονομικών και κοινωνικών αποτελεσμάτων της παγκοσμιοποίησης.  Και συγκεκριμένα ως αντίδραση, που διαπιστώνεται  από σωρεία σχετικών μελετών, εναντίον της  ανάδειξης, από την παγκοσμιοποίηση,  ελάχιστων νικητών και σωρείας ηττημένων.

Συνοψίζοντας τα πεπραγμένα της παγκοσμιοποίησης, αυτή ευνόησε τη διόγκωση των κερδών, σε βάρος του μεριδίου των μισθών, σε ολόκληρο τον κόσμο, διαταράσσοντας την απαραίτητη ισορροπία, μεταξύ τους, και προκαλώντας έτσι επικίνδυνες μακροοικονομικές επιπτώσεις. Οι προηγμένες οικονομίες του πλανήτη  έχουν εισέλθει, και πριν από τον Covid-19, σε  φάση διαρκούς οικονομικής στασιμότητας, ανεργίας, αποπληθωρισμού με  αρνητικά επιτόκια, με αφθονία αποταμίευσης  που όμως δεν ενθαρρύνει την πραγματική οικονομία, αλλά που, αντιθέτως, κατευθύνεται στο Χρηματιστήριο.   Οι οικονομικά ανθυγιεινές  αυτές τάσεις έχουν ως κοινό παρονομαστή την αναγνώριση  του μισθού αποκλειστικά και μόνον ως κόστος παραγωγής, το οποίο πρέπει να συμπιεστεί, και όχι ταυτόχρονα και ως παράγοντα ζήτησης, που αποτελεί την κινητήρια δύναμη κάθε οικονομίας. Η ακραία αυτή φιλελεύθερη θεώρηση, παρότι οι προσδοκίες της ουδέποτε έχουν επαληθευθεί, για τουλάχιστον  αρκετά μακροχρόνιο διάστημα, υποστηρίζει ότι η μείωση του κόστους εργασίας, που οδηγεί σε  αύξηση κερδών, εξασφαλίζει τη διενέργεια ιδιωτικών επενδύσεων και συνεπώς  την ανάπτυξη.

Το όχημα προς την υποθετική  υλοποίηση αυτών των στόχων φέρει ως  επιγραφή την  «ευέλικτη εργασία». Στα πλαίσια αυτής  της «ευέλικτης εργασίας»  εισέρχεται κάθε μορφή φιλελεύθερης έμπνευσης, που  συνήθως καταλήγει  σε μείωση   της εργατικής αμοιβής, κάτω από την  παραγωγικότητα, καθώς και σε περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων.

Στην παρούσα,  λοιπόν, συγκυρία, που η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει κρίση ανάλογης σφοδρότητας   με αυτήν του 1929-33, με βιβλικές  καταστροφές, όπως   ελαχιστοποίηση   εισοδημάτων,  ανεξέλεγκτη ανεργία, εξαφάνιση πολυάριθμων ΜΜΕ και ολόκληρων κλάδων παραγωγής,  η Κυβέρνησή μας   εμπνεύστηκε του νέο αυτό εργασιακό νομοσχέδιο. Και με βάση αυτό, η Κυβέρνηση προβαίνει σε  διθυραμβικές δηλώσεις, σχετικά με τις συνέπειές του, καθώς προετοιμάζει το κλίμα για  την ψήφισή του στη Βουλή.

Η ανάγκη κριτικής εναντίον αυτού του νομοσχεδίου και απόρριψης του περιεχομένου του είναι αυταπόδεικτη. Διότι,  ακόμη και  πρωτοετείς φοιτητές οικονομικών επιστημών, θα το έκριναν ασύμφορο και επικίνδυνο,  για την πολύ ειδικών αναγκών  διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, καθώς  και για την  εντελώς ακατάλληλη περίοδο, στην οποίαν αυτό εμφανίζεται. Η αντίθεση, συνεπώς,  στο  νομοσχέδιο, δεν  έχει σχέση με την όποια  πολιτική  ή και κομματική τοποθέτηση του καθενός μας, δεδομένου ότι αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο  στο περιεχόμενό του,  που  είναι βλαπτικό για  την Ελλάδα.

Προκύπτει, έτσι, ότι η βάση της   συζήτησης, γύρω από το νέο εργασιακό  νομοσχέδιο, σχετικά με  το αν και το πως, στην Ελλάδα του σήμερα, αυτό «θα εξασφαλίσει τα δικαιώματα του  εργαζόμενου», ενόσω  αυτός μόνος του θα διαπραγματεύεται με τον εργοδότη του, είναι εμφανώς παράλογη. Καταρχήν  επειδή αυτή η συζήτηση  επικεντρώνεται στο οκτάωρο, παρότι δεν είναι αυτό το κυρίαρχο πρόβλημα, αλλά μια από τις λεπτομέρειές του.  Για να συνειδητοποιήσουμε, λοιπόν, το χαώδες περιβάλλον του νέου εργασιακού νομοσχεδίου ας λησμονήσουμε το οκτάωρο, που οπωσδήποτε έχει εξαερωθεί. Και ας επανέλθουμε στην εικόνα  του μοναχικού πια εργαζόμενου,  που χωρίς την υποστήριξη της συλλογικής  σύμβασης, αλλά και χωρίς βοήθεια από τα εργατικά συνδικάτα, τα οποία έχουν  αποδεκατιστεί, χάρη στην πολιτική των  Ρήγκαν και Θάτσερ, αγωνίζεται  να ορθώσει το ανάστημά του,  απέναντι στον εργοδότη  και να απαιτήσει τα δικαιώματά του, σε ώρες εργασίας, αμοιβής εργασίας, συνθηκών εργασίας, αδειών κλπ. Προσπαθεί, δηλαδή, να διαπραγματευτεί με τον εργοδότη, ολόκληρο το   φάσμα του άμεσου αλλά και του έμμεσου ή κοινωνικού μισθού, ενόσω   και αυτός ο τελευταίος αναμένει κατευόδιο. Θα συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι  αυτό το νομοσχέδιο επαναφέρει  τον Έλληνα εργαζόμενο στις εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν τον 18ο αιώνα, απαιτώντας   από αυτόν  να  υπερασπιστεί τα δικαιώματά του ως Δαβίδ, απέναντι σε Γολιάθ, αλλά και μέσα  στο περιβάλλον  μιας Ελλάδας που:

*έχει ήδη απωλέσει το 40% του εισοδήματός της, σε σχέση με την έναρξη της κρίσης, και το 1/3 του λαού της δεν είναι πια σε θέση να καλύψει βασικές ανάγκες,

*η ανεργία της, παρά την αθρόα μετανάστευση χιλιάδων νέων,  πλησιάζει ή και  έχει ήδη ξεπεράσει το 25% του ενεργού πληθυσμού,

*παραμένει αδρανής στο βάθεμα  της καταστροφής της παραδοσιακής οικονομικής της  διάρθρωσης με την προσθήκη  τώρα και της  απολιγνιτοποίησης.

Ουδείς, ασφαλώς, θα διαφωνούσε, κάτω από ομαλότερες συνθήκες,  για την  απολιγνιτοποίηση,  για την υιοθέτηση της πράσινης ανάπτυξης, αλλά και για την  ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Βρισκόμαστε, όμως, στην Ελλάδα,  που δεν πρόκειται να επανέλθει στο βιοτικό επίπεδο του 2010, πριν από την πάροδο δεκαετιών. Βρισκόμαστε, ακόμη, στην Ελλάδα, της οποίας το δυσθεώρητο χρέος, που  συνεχίζει να αναρριχάται  (αν δεν κατορθώσει να  διαγραφεί ή να  μειωθεί σημαντικά) την καταδικάζει σε μόνιμη λιτότητα και ανύπαρκτη ανάπτυξη, για  γενιές και γενιές από σήμερα. Σε αυτήν, λοιπόν,   την Ελλάδα  του σήμερα επιβάλλονται αυστηρές και απείρως πιο επιτακτικές προτεραιότητες  από την πράσινη ανάπτυξη, την απολιγνιτοποίηση και την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Και θα έπρεπε, επιτέλους, η Κυβέρνηση να βρει το θάρρος  να προτάξει  την υλοποίησή τους, ως απάντηση στις γερμανικές  πιέσεις για αθρόες εισαγωγές, ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ανεμογεννήτριων κλπ.   που απαιτεί η εφαρμογή   του  Ταμείου Ανάκαμψης.

Προκύπτει, έτσι, ότι με  το νέο εργασιακό νομοσχέδιο, πέραν του οκταώρου και των υπερωριών,   θα είναι αναπότρεπτη η πτώση της αμοιβής εργασίας, και σε ατομικό επίπεδο, αλλά και ως μερίδιο στο ΑΕΠ,  λόγω της καταρράκωσης  των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και λόγω της ανερχόμενης ανεργίας. Η πτώση αυτή αποτελεί περιοριστικό παράγοντα προόδου και ανάπτυξης.

Επιπλέον, όμως,  ο συνδυασμός του Ταμείου Ανάκαμψης και του εργασιακού νομοσχεδίου δημιουργεί εύλογες ανησυχίες, σχετικά με το πως  προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί η μείωση αυτή των  μισθών. Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση επαναλαμβάνει στις σχετικές εξαγγελίες της, την πρόβλεψη ότι πέρα από τα 32 δισεκατομμύρια Ευρώ της ΕΕ, θα υπάρξουν επιπλέον και 25 δισεκατομμύρια Ευρώ, που θα προέρχονται από ιδιώτες, οι οποίοι θα σπεύσουν δήθεν να προβούν σε επενδύσεις. Παρότι ανάλογες εκτιμήσεις στερούνται σοβαρότητας, καθώς αποδεικνύονται, σε μόνιμη βάση, εκτός πραγματικότητας, ωστόσο δεν είναι εύκολη η αποφυγή συσχετισμού τους με το νέο εργασιακό νομοσχέδιο. Δηλαδή, φαίνεται βάσιμη η υπόθεση για το ότι η εξασφάλιση αυτών των 25  δισεκατομμυρίων Ευρώ που δήθεν θα διαθέσουν οι ιδιώτες για επένδυση, θα προέλθουν από τις συνθήκες εξαθλίωσης της εργατικής τάξης.  Και αν η Κυβέρνηση απέβλεπε σε εξασφάλιση πόρων,  με αυτό τον τρόπο, για τη διενέργεια δημοσίων επενδύσεων, θα υπήρχε ίσως  κάποια λογική βάση, παρότι χωρίς ηθικό υπόβαθρο. Αν, ωστόσο, όπως άλλωστε φαίνεται, οι προβλέψεις αυτές αφορούν τη διενέργεια ιδιωτικών επενδύσεων, πρόκειται για όνειρο θερινής νυκτός. Και τούτο, διότι το ποσό αυτό των 25 δισεκατομμυρίων Ευρώ,   θα προέρχεται από περαιτέρω στραγγαλισμό της   αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων, που  αποκλείει αναθέρμανση της ροπής για επένδυση.

Παραμένει, προς το παρόν, χωρίς απάντηση το εάν το περιεχόμενο αυτού του εργασιακού  νομοσχεδίου  επεξεργάστηκε από την ΕΕ και επιβλήθηκε στη χώρα μας, όπως λ.χ. τα μνημόνια, ή αν αντιθέτως αποτελεί έργο εθνικής μας πρωτοτυπίας. Διαπιστώνω με συντριβή ότι οι προβλέψεις μου,   από το 2007, που περιλαμβάνονται  στο σύγγραμμά μου «Μεταρρυθμίσεις, το ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Ευρώπη», περί της επιστροφής της εργασίας  στο Μεσαίωνα, επαληθεύονται,  με πρώτο σταθμό την Ελλάδα: δηλαδή, το πειραματόζωο της Ευρώπης, που βιώνει ήδη εδώ και 11 χρόνια τις απάνθρωπες συνθήκες των μνημονίων.

 

*πρ.πρύτανης και καθηγήτρια στο ΠΑΜΑΚ

Επικεφαλής της ΤΙΜΗΣΤΟ 21